Από το πταίσμα του δανειστή και τα χρηστά ήθη έως την ανανέωση της οφειλής, την ένσταση διζήσεως και την προστασία του καταναλωτή, οι δικαστικές αποφάσεις χαράσσουν τα όρια της ευθύνης του εγγυητή και δείχνουν πότε η υπογραφή του εξακολουθεί να τον δεσμεύει και πότε μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για την απαλλαγή του.
Η υπογραφή μιας σύμβασης εγγύησης
δημιουργεί μια ιδιαίτερα σοβαρή οικονομική δέσμευση, δεν σημαίνει όμως ότι η
ευθύνη του εγγυητή παραμένει σε κάθε περίπτωση αμετάβλητη. Η συμπεριφορά του
δανειστή, η εξέλιξη και η μεταβολή της κύριας οφειλής, οι όροι της εγγύησης και
οι περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή αναλήφθηκε μπορούν να αποδειχθούν
καθοριστικές.
Πότε το πταίσμα του δανειστή
οδηγεί σε απαλλαγή; Τι συμβαίνει όταν η αρχική οφειλή ανανεώνεται χωρίς τη
συναίνεση του εγγυητή; Πότε μπορεί να προβληθεί η ένσταση διζήσεως και ποια
προστασία παρέχει στον εγγυητή η καταναλωτική νομοθεσία;
Το νομολογιακό αφιέρωμα εξετάζει,
μέσα από χαρακτηριστικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου και των δικαστηρίων της
ουσίας, τα όρια της εγγυητικής ευθύνης και τις περιπτώσεις στις οποίες η αρχική
δέσμευση μπορεί να περιοριστεί ή να παύσει.
Η συγκέντρωση της ύλης της
νομολογίας και της νομοθεσίας πραγματοποιήθηκε με έρευνα σε βάσεις δεδομένων, εξειδικευμένες πλατφόρμες νομικού περιεχομένου.
Το νομοθετικό πλαίσιο της
εγγύησης
Η εγγύηση αποτελεί έναν από τους
βασικούς μηχανισμούς προσωπικής ασφάλειας μιας απαίτησης και ρυθμίζεται στα
άρθρα 847 επ. του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 847 ΑΚ, με τη σύμβαση
εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή την ευθύνη ότι θα
καταβληθεί η οφειλή. Πρόκειται για υποχρέωση με παρεπόμενο χαρακτήρα, καθώς
προϋποθέτει την ύπαρξη κύριας οφειλής και ακολουθεί, καταρχήν, την τύχη και την
έκτασή της.
Η σύνδεση αυτή αποτυπώνεται ήδη
στο άρθρο 850 ΑΚ, κατά το οποίο η εγγύηση προϋποθέτει έγκυρη κύρια οφειλή, ενώ
μπορεί να δοθεί ακόμη και για μελλοντική ή υπό αίρεση οφειλή. Παράλληλα, κατά
το άρθρο 851 ΑΚ, ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια
οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες από πταίσμα ή υπερημερία του πρωτοφειλέτη. Η
ευθύνη του εκτείνεται επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη, στα παρεπόμενα της οφειλής
που είχαν συμφωνηθεί και ήταν απαιτητά κατά τον χρόνο της εγγύησης, καθώς και στα
μεταγενέστερα.
Ο παρεπόμενος χαρακτήρας της
εγγύησης έχει και μία ακόμη σημαντική συνέπεια. Το άρθρο 853 ΑΚ παρέχει στον
εγγυητή τη δυνατότητα να προτείνει κατά του δανειστή τις μη προσωποπαγείς
ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, ακόμη και αν εκείνος έχει παραιτηθεί από αυτές μετά
τη συνομολόγηση της εγγύησης.
Πίσω, πάντως, από τις διατάξεις
του Αστικού Κώδικα κρύβονται πολύ πιο σύνθετα ερωτήματα. Πότε η συμπεριφορά του
δανειστή αρκεί για να απαλλάξει τον εγγυητή; Μέχρι πού εκτείνεται μια εγγύηση
όταν η αρχική σύμβαση μεταβάλλεται ή ανανεώνεται; Πότε μπορεί ο εγγυητής να
επικαλεστεί την προστασία του καταναλωτή και ποια είναι στην πράξη η σημασία
της παραίτησης από την ένσταση δίζησης; Σε αυτά ακριβώς τα σημεία η νομολογία
έχει κληθεί να προσδιορίσει τα πραγματικά όρια της ευθύνης του εγγυητή.
Πότε το πταίσμα του δανειστή
απαλλάσσει τον εγγυητή
Η ευθύνη που αναλαμβάνει ο
εγγυητής του δημιουργεί εύλογο ενδιαφέρον για τη συμπεριφορά του ίδιου του
δανειστή μετά την παροχή της εγγύησης. Ο πιστωτής που διαθέτει απέναντί του
έναν ακόμη υπόχρεο δεν μπορεί να εγκαταλείπει την επιδίωξη της απαίτησης κατά
του πρωτοφειλέτη και, όταν η δυνατότητα ικανοποίησης από εκείνον χαθεί εξαιτίας
δικού του πταίσματος, να μεταφέρει απλώς το βάρος στον εγγυητή.
Σε αυτήν ακριβώς τη λογική
στηρίζεται το άρθρο 862 ΑΚ, γύρω από το οποίο έχει αναπτυχθεί πλούσια
νομολογία, ιδίως στις τραπεζικές συμβάσεις, καθώς τα δικαστήρια έχουν κληθεί να
απαντήσουν όχι μόνο στο πότε η αδράνεια ενός πιστωτή μπορεί να οδηγήσει στην ελευθέρωση
του εγγυητή, αλλά και στο ποια πραγματικά περιστατικά πρέπει να αποδειχθούν,
πότε υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δανειστή και της
αδυναμίας ικανοποίησής του εκ μέρους του πρωτοφειλέτη και, κυρίως, μέχρι πού
φτάνουν οι προδιατυπωμένες ρήτρες με τις οποίες ο εγγυητής έχει ήδη παραιτηθεί
από την προστασία του νόμου.
Το ΑΚ 862 και οι αυστηρές
προϋποθέσεις της απαλλαγής
Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο
εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η
ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Για την εφαρμογή της διάταξης δεν αρκεί,
επομένως, μια οποιαδήποτε πλημμελής συμπεριφορά του πιστωτή, ούτε το γεγονός
και μόνο ότι ο πρωτοφειλέτης δεν διαθέτει πλέον επαρκή περιουσία.
Απαιτείται επιγενόμενη
αδυναμία του πρωτοφειλέτη να ικανοποιήσει τον δανειστή, πταίσμα του τελευταίου
και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του και της αδυναμίας
ικανοποίησης. Το πταίσμα μπορεί να εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη και πρέπει
να τοποθετείται χρονικά μετά την κατάρτιση της εγγύησης.
Αυτήν ακριβώς τη χρονική
προϋπόθεση υπογράμμισε η ΑΠ 85/2025, αποκλείοντας την εφαρμογή του
άρθρου 862 ΑΚ όταν το πρόβλημα ανάγεται ήδη στον χρόνο κατά τον οποίο δόθηκε η
εγγύηση. Στην υπόθεση εκείνη, το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής βιοτεχνικού
δανείου, επικαλέστηκε μεταξύ άλλων ότι η τράπεζα δεν είχε λάβει επαρκείς
ασφάλειες κατά τη χορήγηση του δανείου. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι μια τέτοια
πλημμέλεια δεν αρκεί για την ελευθέρωση κατά το άρθρο 862 ΑΚ, εφόσον δεν
πρόκειται για μεταγενέστερη συμπεριφορά του δανειστή που προκάλεσε την αδυναμία
ικανοποίησης.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η
απόφαση, «Δεν ελευθερώνεται όμως ο εγγυητής, όταν κατά το χρόνο της εγγύησης το
χρέος δεν ασφαλίζεται επαρκώς με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων του
πρωτοφειλέτη, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν εφαρμόζεται στην τελευταία αυτή
περίπτωση η ΑΚ 862».
Εξίσου αυστηρή είναι η νομολογία
ως προς το τι πρέπει να επικαλεστεί ο ίδιος ο εγγυητής. Η ΑΠ 1137/2019
έκρινε ανεπαρκή τη γενική επίκληση ότι η τράπεζα άφησε τον πρωτοφειλέτη να
καταστεί αναξιόχρεος. Για να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή ή ανακοπή, πρέπει
να εκτίθεται ποια ήταν η προηγούμενη οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη,
ποια συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία διέθετε και ποια ήταν η αξία τους, ώστε
να μπορεί να κριθεί εάν η έγκαιρη και συναλλακτικά ορθή συμπεριφορά του
δανειστή θα οδηγούσε πράγματι στην ικανοποίησή του.
Συνεπώς, ο εγγυητής πρέπει να
αποδείξει όχι μόνο ότι ο πιστωτής αδράνησε, αλλά και τι θα μπορούσε να είχε
εισπράξει αν είχε ενεργήσει εγκαίρως και γιατί αυτή η δυνατότητα χάθηκε στη
συνέχεια.
Πότε η αδράνεια του πιστωτή
οδηγεί σε απώλεια της εγγύησης
Χαρακτηριστική εφαρμογή αυτής της
συλλογιστικής συναντάται στη ΜΕφΘρ190/2026, όπου το δικαστήριο
παρακολούθησε ουσιαστικά τη διαδρομή της απαίτησης παράλληλα με την περιουσιακή
κατάσταση του πρωτοφειλέτη.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές είχαν
αρχίσει να εμφανίζονται από το 2014 και αυξάνονταν σταδιακά. Όταν το 2019 η
σύμβαση καταγγέλθηκε, η οφειλή είχε ανέλθει σε περισσότερα από 17.000 ευρώ, ενώ
ο πρωτοφειλέτης εξακολουθούσε να διαθέτει ακίνητο αξίας 40.000 ευρώ. Υπήρχε,
συνεπώς, κατά την κρίση του δικαστηρίου, συγκεκριμένη περιουσία από την οποία
μπορούσε να επιδιωχθεί η ικανοποίηση της απαίτησης.
Παρά ταύτα, δεν είχε ληφθεί
εμπράγματη εξασφάλιση για την επίδικη απαίτηση, δεν ακολούθησε έγκαιρη
δικαστική επιδίωξή της και το 2020 ο πρωτοφειλέτης μεταβίβασε με γονική
παροχή το μοναδικό ακίνητό του στον γιο του. Ούτε τότε ασκήθηκε αγωγή
διάρρηξης της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής, ενώ η πρώτη δικαστική κίνηση
για την απαίτηση έγινε το 2022 με την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής.
Το Εφετείο δεν αντιμετώπισε
τις παραλείψεις αυτές μεμονωμένα. Τις αξιολόγησε σωρευτικά και έκρινε ότι η
πιστώτρια «επέδειξε αδράνεια και αδιαφορία για την είσπραξη της απαίτησής της,
που αποκλίνει ασυνήθιστα και ιδιαίτερα σοβαρά από την συμπεριφορά του μέσου
συνετού και επιμελούς ανθρώπου».
Στην ίδια νομολογιακή κατεύθυνση
κινήθηκαν και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν με αφορμή ένα ιδιαίτερο σχήμα
αλληλοεγγυήσεων μεταξύ επαγγελματιών στη Ροδόπη. Έντεκα υδραυλικοί είχαν λάβει
χρηματοδότηση προκειμένου να ενταχθούν σε συνεταιρισμό, με την τράπεζα να
απαιτεί να εγγυηθεί ο καθένας τις δανειακές υποχρεώσεις των υπολοίπων. Ένας από
αυτούς, μολονότι εξόφλησε τη δική του οφειλή, εξακολουθούσε να ευθύνεται ως
εγγυητής για οφειλές συναδέλφων του.
Στη ΜΠρΡοδοπ 84/2024, που
εκδόθηκε επί αίτησης αναστολής, το δικαστήριο πιθανολόγησε τη βασιμότητα του
λόγου του άρθρου 862 ΑΚ. Για έναν από τους πρωτοφειλέτες οι καταβολές είχαν
σταματήσει το 2013, όταν η ληξιπρόθεσμη απαίτηση ήταν χαμηλότερη της αξίας της
ακίνητης περιουσίας του, όμως όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε η οφειλή είχε
ξεπεράσει την αξία αυτής.
Το ίδιο υπόβαθρο συναντάται
ευρύτερα στην ΠΠρΡοδοπ 8/2025, όπου εξετάστηκαν περισσότερες εγγυήσεις
του ίδιου σχήματος και το δικαστήριο συνέδεσε την αδράνεια του πιστωτή με το
σταδιακό αναξιόχρεο των πρωτοφειλετών, αναγνωρίζοντας την ελευθέρωση του
εγγυητή.
Γίνεται, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι η
εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ δεν εξαρτάται απλώς από το πόσο μεγάλο χρονικό
διάστημα παρέμεινε αδρανής ο πιστωτής. Το βάρος πέφτει στο τι υπήρχε τότε
και τι χάθηκε στο μεταξύ, εάν δηλαδή ο πρωτοφειλέτης διέθετε
περιουσία από την οποία μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση και εάν η
δυνατότητα αυτή εξαφανίστηκε όσο ο πιστωτής παρέμενε αδρανής.
Η ρήτρα παραίτησης δεν αφορά
τη βαριά αμέλεια
Το ζήτημα αποκτά πρακτική σημασία
επειδή στις τραπεζικές συμβάσεις είναι συχνή η εκ των προτέρων παραίτηση του
εγγυητή από την προστασία του άρθρου 862 ΑΚ. Η ύπαρξη μιας τέτοιας ρήτρας,
όμως, δεν σημαίνει ότι ο πιστωτής απαλλάσσεται από τις συνέπειες κάθε δικής του
συμπεριφοράς.
Επειδή το άρθρο 862 ΑΚ είναι
ενδοτικού δικαίου, ο εγγυητής μπορεί καταρχήν να παραιτηθεί από την προστασία
του για την περίπτωση κατά την οποία η αδυναμία ικανοποίησης προκλήθηκε από
ελαφρά αμέλεια του δανειστή. Διαφορετικά αντιμετωπίζεται, όμως, ο δόλος ή η
βαριά αμέλεια.
Η ΑΠ 1137/2019 διατυπώνει
χαρακτηριστικά ότι «ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα που
θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση
του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτωση
δόλου ή βαριάς αμέλειας η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στην απαγορευτική
διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ και θα ήταν άκυρη».
Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται στις
αποφάσεις που δέχθηκαν ότι η συμπεριφορά του πιστωτή είχε πράγματι φτάσει στον
βαθμό της βαριάς αμέλειας. Στη ΜΠρΡοδοπ 84/2024 πιθανολογήθηκε ότι η
παραίτηση του εγγυητή από το άρθρο 862 ΑΚ ήταν άκυρη κατά το άρθρο 332 παρ. 1
ΑΚ, ακριβώς επειδή η αδυναμία ικανοποίησης αποδόθηκε σε βαριά αμέλεια της
αρχικής δανείστριας και της διαδόχου της.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, στη ΜΕφΘρακ
190/2026 ο εγγυητής είχε ρητά παραιτηθεί, μέσω προδιατυπωμένου όρου της
σύμβασης, από το δικαίωμα ελευθέρωσης του άρθρου 862 ΑΚ. Το δικαστήριο, αφού
χαρακτήρισε βαριά αμέλεια τη συμπεριφορά της πιστώτριας, έκρινε ότι «η δε
παραίτησή του από το δικαίωμα ελευθερώσεως του άρθρου 862 ΑΚ, με τον υπ’ αριθμ.
41 προδιατυπωμένο όρο της ως άνω σύμβασης πίστωσης τυγχάνει άκυρη κατά το άρθρο
332 παρ. 1 ΑΚ καθώς εν προκειμένω η αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησης
οφείλεται σε βαριά αμέλεια της καθ’ ής».
Δεν είναι κάθε αδράνεια
πταίσμα του πιστωτή
Η άλλη πλευρά της νομολογίας έχει
εξίσου μεγάλη σημασία. Η μη λήψη μέτρων κατά του πρωτοφειλέτη δεν αρκεί από
μόνη της για να στοιχειοθετήσει πταίσμα. Πρέπει η παράλειψη να μπορεί πράγματι
να καταλογιστεί στον πιστωτή και να υπήρχε πραγματική δυνατότητα να ενεργήσει
διαφορετικά.
Χαρακτηριστική είναι απόφαση του ΜΕφΑθ
1546/2025, σε υπόθεση όπου ο εγγυητής υποστήριξε ότι η τράπεζα δεν έλαβε
μέτρα κατά της περιουσίας της πρωτοφειλέτριας εταιρείας. Στην περίπτωση αυτή,
όμως, η τράπεζα είχε καταγγείλει τη σύμβαση, είχε ζητήσει την έκδοση διαταγής
πληρωμής κατά της πρωτοφειλέτριας και του εγγυητή και είχε αποκτήσει εκτελεστό
τίτλο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε προσωρινή
διαταγή στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης, η οποία απαγόρευε τις διαδικασίες
αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της πρωτοφειλέτριας. Το Εφετείο έκρινε ότι η
τράπεζα «δεν επέδειξε αδράνεια και αδιαφορία για την είσπραξη της απαίτησής
της, αντιθέτως επέδειξε για την είσπραξη της απαίτησής της από την
πρωτοφειλέτρια την ίδια επιμέλεια που θα επεδείκνυε και στην περίπτωση που αυτή
(απαίτηση) δεν τελούσε υπό την εγγύηση του ανακόπτοντος».
Το καθοριστικό στοιχείο ήταν
ότι δεν επρόκειτο για επιλογή του πιστωτή να μην εκτελέσει, αλλά για νομικό
κώλυμα. Όπως σημειώνει η απόφαση, «δεν μπορούσε να επιχειρήσει αναγκαστική
εκτέλεση κατ’ αυτής (πρωτοφειλέτριας), η οποία θα απέβαινε άκαρπη, διότι συνέτρεχε
νομική αδυναμία να επιχειρηθεί αυτή».
Άλλο, λοιπόν, η πολυετής αδράνεια
ενώ υπάρχουν διαθέσιμα μέσα για την επιδίωξη της απαίτησης και άλλο η αποχή από
ενέργειες τις οποίες ο πιστωτής δεν έχει νομικά τη δυνατότητα να
πραγματοποιήσει. Μόνο στην πρώτη περίπτωση μπορεί να ανοίξει, εφόσον συντρέχουν
και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις, ο δρόμος του άρθρου 862 ΑΚ.
Όταν ο ίδιος ο εγγυητής
απαιτεί από τον δανειστή να κινηθεί
Δίπλα στην ελευθέρωση λόγω
πταίσματος του δανειστή ο Αστικός Κώδικας προβλέπει και έναν διαφορετικό
μηχανισμό, ο οποίος επιτρέπει στον ίδιο τον εγγυητή να αναλάβει την πρωτοβουλία
ώστε η εγγυητική του δέσμευση να μην παραμένει επ’ αόριστον ενεργή.
Χαρακτηριστική είναι η ΜΕφΘρακ
211/2026, η οποία κινείται πλέον στο πεδίο των άρθρων 867 και 868 ΑΚ. Στην
υπόθεση εκείνη ο εγγυητής είχε εγγυηθεί στεγαστικό δάνειο της τότε συζύγου του.
Όταν άρχισαν να συσσωρεύονται απλήρωτες δόσεις, απέστειλε εξώδικες δηλώσεις και
κάλεσε την πιστώτρια και τη διαχειρίστρια να καταγγείλουν τη σύμβαση και να
επιδιώξουν δικαστικά την απαίτησή τους μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία.
Εκείνες δεν το έπραξαν.
Το Εφετείο δέχθηκε την
ελευθέρωση του εγγυητή και, μάλιστα, αντιμετώπισε και ένα ιδιαίτερα
ενδιαφέρον ζήτημα που ανέκυψε στη συνέχεια. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας,
η πρωτοφειλέτρια προχώρησε σε νέα ρύθμιση της οφειλής και άρχισε εκ νέου να
εξυπηρετεί το δάνειο. Αυτό, όμως, δεν μπορούσε πλέον να επαναφέρει την
εγγύηση.
Κατά την απόφαση, «η απαλλαγή
του εγγυητή επέρχεται αυτοδικαίως και αυτοτελώς, με την πάροδο του κατ’ άρθρο
868 ΑΚ μηνός», με αποτέλεσμα «ο μετέπειτα διακανονισμός της οφειλής με την
πρωτοφειλέτρια να μην αναβιώνει την εγγύηση».
Πότε η εγγύηση προσκρούει στα
χρηστά ήθη
Μπορεί μια εγγύηση να είναι άκυρη
επειδή η δέσμευση που αναλαμβάνει ο εγγυητής είναι υπερβολικά βαριά για τις
οικονομικές του δυνατότητες; Αρκούν η νεαρή ηλικία, η έλλειψη επαγγελματικής
εμπειρίας ή το γεγονός ότι κάποιος υπέγραψε για να βοηθήσει ένα μέλος της
οικογένειάς του; Και πόσο μετρά, τελικά, το αν ο εγγυητής γνώριζε πραγματικά
την έκταση του κινδύνου που αναλάμβανε;
Τα ερωτήματα αυτά φέρνουν στο
προσκήνιο τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ και τον έλεγχο της εγγύησης υπό το πρίσμα των
χρηστών ηθών. Η νομολογία, πάντως, εμφανίζεται απαιτητική. Η μεταγενέστερη
οικονομική επιβάρυνση του εγγυητή δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει
άκυρη τη δικαιοπραξία. Τα δικαστήρια επιστρέφουν στις συνθήκες που υπήρχαν όταν
δόθηκε η εγγύηση και εξετάζουν το πρόσωπο του εγγυητή, την εμπειρία του στις
συναλλαγές, την οικονομική έκταση της δέσμευσης, τα κίνητρα που τον οδήγησαν
στην υπογραφή και τη στάση του πιστωτικού ιδρύματος.
Άρθρα 178 και 179 ΑΚ: Ποια
είναι η θέση της εγγύησης
Το άρθρο 178 ΑΚ προβλέπει την
ακυρότητα δικαιοπραξίας που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ενώ το άρθρο 179 ΑΚ
εξειδικεύει περιπτώσεις στις οποίες τέτοια αντίθεση θεωρείται ότι υπάρχει.
Ειδικό ζήτημα δημιουργείται, όμως, στην εγγύηση εξαιτίας της φύσης της ως ετεροβαρούς
σύμβασης.
Μια καθαρή διάκριση κάνει η ΤρΕφΘεσ
803/2022, η οποία αποκλείει την εφαρμογή στην εγγύηση του άρθρου 179 εδ. β΄
ΑΚ περί αισχροκερδούς δικαιοπραξίας, αφού η διάταξη αυτή προϋποθέτει σχέση
παροχής και αντιπαροχής. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η εγγύηση βρίσκεται εκτός
του ελέγχου των χρηστών ηθών.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η
απόφαση, «έτσι αποκλείεται μεν η εφαρμογή του άρθρου 179 εδ. β’ του ΑΚ στη
συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον η σύμβαση εγγύησης δεν είναι επαχθής, όπως
απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το εν λόγω άρθρο, αφού προϋποθέτει παροχή
και αντιπαροχή, ωστόσο δεν αποκλείεται η εφαρμογή της ΑΚ 178 και της ΑΚ 179 εδ.
α’ περί ανηθικότητας της δικαιοπραξίας.»
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η ΤρΕφΘρακ
68/2025, σε υπόθεση 20χρονης εγγυήτριας, η οποία είχε εγγυηθεί πίστωση
250.000 ευρώ προς τη μητέρα της και είχε παραχωρήσει επιπλέον προσημείωση επί
δικού της εμπράγματου δικαιώματος. Το δικαστήριο έκρινε ότι «η διάταξη του
άρθρου 179 ΑΚ περί κατάρτισης καταπλεονεκτικής σύμβασης εφαρμόζεται σε επαχθείς
και όχι ετεροβαρείς συμβάσεις, όπως η επίδικη σύμβαση εγγύησης», εξετάζοντας
στη συνέχεια αυτοτελώς αν τα πραγματικά περιστατικά μπορούσαν να θεμελιώσουν
αντίθεση στα χρηστά ήθη κατά το άρθρο 178 ΑΚ.
Νεαρή ηλικία, μόρφωση,
επάγγελμα: Πότε ο εγγυητής είναι πράγματι άπειρος
Η ηλικία και η απειρία είναι από
τα πρώτα στοιχεία που προβάλλονται όταν αμφισβητείται η ισχύς μιας εγγύησης. Η
πρόσφατη νομολογία, ωστόσο, δείχνει ότι ούτε η νεότητα ούτε το μορφωτικό
επίπεδο λειτουργούν ως αυτόματα τεκμήρια αδυναμίας κατανόησης της συναλλαγής.
Χαρακτηριστική είναι η ΤρΕφΑθ
3795/2025. Η εγγυήτρια ήταν μόλις 23,5 ετών, φοιτήτρια οικονομικών και
διοίκησης επιχειρήσεων και δεν εργαζόταν όταν εγγυήθηκε επιχειρηματικό δάνειο
150.000 ευρώ. Λίγους μήνες αργότερα συναίνεσε και στην εγγραφή προσημείωσης
υποθήκης μέχρι του ποσού των 190.000 ευρώ σε ακίνητα στα οποία είχε ποσοστό
συγκυριότητας.
Το Εφετείο δεν αρκέστηκε στην
ηλικία της. Εξέτασε το συνολικό συναλλακτικό της υπόβαθρο και διαπίστωσε ότι
σπούδαζε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων, είχε ήδη συνάψει ως
πρωτοφειλέτρια στεγαστικές συμβάσεις συνολικού ποσού 85.000 ευρώ και είχε στο
παρελθόν συμβληθεί ως εγγυήτρια σε άλλο στεγαστικό δάνειο του αδελφού της.
Υπό αυτά τα δεδομένα έκρινε ότι «η
ενάγουσα, αν και κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης ήταν 23,5 ετών,
είχε την δυνατότητα αντίληψης της σημασίας της θέσης της υπογραφής της ως
εγγυήτρια στην επίδικη σύμβαση και των υποχρεώσεων που αναλάμβανε με αυτήν».
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο
ενδιαφέρουσα αν η απόφαση αυτή αντιπαραβληθεί με την ΤρΕφΘεσ 803/2022.
Εκεί ο εγγυητής δεν ήταν φοιτητής οικονομικών, αλλά αγρότης και απόφοιτος
δημοτικού. Είχε όμως στο παρελθόν συνάψει ο ίδιος δύο δανειακές συμβάσεις και
είχε συναινέσει στην εγγραφή υποθηκών επί ακινήτων του. Το Εφετείο έκρινε έτσι
ότι «γνώριζε καλά την έννοια της προσωπικής εγγύησης, ως πρόσθετης
εξασφάλισης, σε περίπτωση μη ικανοποίησης της απαίτησής από τον πρωτοφειλέτη».
Ούτε, από την άλλη πλευρά,
απαιτείται από τον εγγυητή να διαθέτει εξειδικευμένες τραπεζικές ή οικονομικές
γνώσεις. Στην ΤρΕφΠειρ 211/2023, η εγγυήτρια υποστήριξε, μεταξύ άλλων,
ότι δεν γνώριζε τον τρόπο υπολογισμού των επιτοκίων και του ανατοκισμού σε
δάνειο 380.000 ευρώ που είχε λάβει ο σύζυγός της για αγορά σκάφους αναψυχής. Το
δικαστήριο έκρινε ότι διέθετε τις βασικές γνώσεις που απαιτούνταν για να
αντιλαμβάνεται έννοιες όπως το δάνειο και η εγγύηση, σημειώνοντας ότι «δεν
απαιτούνταν να γνωρίζει με ακρίβεια τον τρόπο υπολογισμού τους».
Η οικογενειακή πίεση και το
συναισθηματικό κίνητρο
Η εγγύηση συχνά γεννιέται μέσα σε
οικογενειακές σχέσεις, όπου γονείς εγγυώνται για παιδιά, σύζυγοι για συζύγους,
αδέλφια ή άλλοι συγγενείς αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη για μια χρηματοδότηση
από την οποία δεν είναι οι ίδιοι πρωτοφειλέτες. Το συναισθηματικό κίνητρο,
όμως, δεν αρκεί από μόνο του για να προσδώσει ανήθικο χαρακτήρα στη σύμβαση.
Η ΤρΕφΘεσ 803/2022 είναι
χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπου ο εγγυητής είχε αναλάβει την υποχρέωση για
πίστωση που χορηγήθηκε στον ανιψιό του και υποστήριξε ότι είχε οδηγηθεί στην
απόφασή του από τη συναισθηματική φόρτιση και την ψυχολογική πίεση που του
ασκούσε ο αδελφός του, πατέρας του πρωτοφειλέτη.
Το Εφετείο έκρινε ότι τα
περιστατικά αυτά, ακόμη και αν θεωρούνταν αληθή, «δεν αρκούν για να
προσδώσουν ανήθικο περιεχόμενο στη σύμβαση εγγύησης και να την καταστήσουν
άκυρη». Ιδιαίτερη σημασία είχε ότι η οικογενειακή πίεση δεν συνδεόταν με
αντίστοιχη συμπεριφορά του πιστωτικού ιδρύματος. Ο ίδιος ο πιστούχος είχε
προτείνει τον θείο του ως εγγυητή, ενώ, σύμφωνα με όσα δέχθηκε η απόφαση, η
τράπεζα δεν γνώριζε προηγουμένως ούτε την ύπαρξή του ούτε τις οικογενειακές
συνθήκες υπό τις οποίες εκείνος αποφάσισε να υπογράψει.
Παρόμοιο οικογενειακό υπόβαθρο
συναντάται στην ΤρΕφΑθ 3795/2025. Η νεαρή εγγυήτρια επικαλέστηκε την
επιρροή του αδελφού της και το αίσθημα ηθικής υποχρέωσης απέναντί του. Το
δικαστήριο συνεκτίμησε, ωστόσο, ότι η ίδια προσδοκούσε και προσωπικό
επαγγελματικό όφελος από την ανάπτυξη της επιχείρησης, αφού υπήρχε προοπτική να
εργαστεί σε αυτήν, όπως και τελικά συνέβη.
Η νομολογία διαχωρίζει έτσι το
κίνητρο που οδηγεί ένα πρόσωπο να βοηθήσει συγγενή του από τη συμπεριφορά του
πιστωτή κατά τη σύναψη της εγγύησης. Η πίεση που γεννιέται στο εσωτερικό μιας
οικογενειακής σχέσης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ανήθικη συμπεριφορά της
τράπεζας.
Πότε η οικονομική έκθεση
γίνεται υπέρμετρη δέσμευση
Το ύψος της εγγυητικής ευθύνης σε
σχέση με την οικονομική κατάσταση του εγγυητή αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που
εξετάζεται κατά τον έλεγχο των χρηστών ηθών. Και εδώ, όμως, η νομολογία
αποφεύγει έναν αυτοματισμό σύμφωνα με τον οποίο μια μεγάλη οικονομική έκθεση
καθιστά από μόνη της άκυρη την εγγύηση.
Η ΤρΕφΘεσ 803/2022
προσφέρει ίσως το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα. Η αρχική πίστωση για την οποία
είχε εγγυηθεί ο ενάγων ανερχόταν σε 52.824,65 ευρώ. Ακολούθησαν διαδοχικές
αυξήσεις σε 105.649,30 ευρώ, 176.082,17 ευρώ, 250.000 ευρώ, 350.000 ευρώ και
τελικά σε 1.400.000 ευρώ. Όταν η πίστωση έπαψε να εξυπηρετείται, η διαταγή
πληρωμής εκδόθηκε για χρεωστικό υπόλοιπο 637.037,65 ευρώ, πλέον τόκων και
εξόδων.
Η εντυπωσιακή αύξηση του
πιστωτικού ορίου δεν αρκούσε, ωστόσο, για την ακυρότητα της εγγύησης.
Καθοριστικό ήταν ότι ο εγγυητής είχε συνυπογράψει τις πρόσθετες πράξεις με τις
οποίες αυξανόταν σταδιακά η πίστωση, ενώ το δικαστήριο εξέτασε και την
περιουσιακή του κατάσταση κατά τον χρόνο ανάληψης της αρχικής δέσμευσης.
Το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε
«σε καμία περίπτωση δυσαναλογία τέτοια, μεταξύ της ευθύνης που ανέλαβε ο
εγγυητής και της οικονομικής του κατάστασης, η οποία, με την συνδρομή και άλλων
ειδικών περιστάσεων και γεγονότων, θα μπορούσε ενδεχομένως να καταστήσει
οικονομικά άσκοπη την παροχή της εγγύησης».
Η διατύπωση έχει ιδιαίτερη
σημασία. Η αναντιστοιχία μεταξύ της οικονομικής κατάστασης του εγγυητή και του
κινδύνου που αναλαμβάνει δεν αντιμετωπίζεται ως αδιάφορη. Αντίθετα, μπορεί να
συνεκτιμηθεί, αλλά μαζί με τις υπόλοιπες περιστάσεις της συγκεκριμένης
συναλλαγής.
Αυτό φαίνεται και στην ΤρΕφΠειρ
211/2023, όπου η εγγυήτρια είχε αναλάβει ευθύνη για δάνειο 380.000 ευρώ.
Εκεί, όμως, η χρηματοδότηση αφορούσε αγορά σκάφους αγοραίας αξίας 530.000 ευρώ,
ενώ υπέρ της τράπεζας είχε εγγραφεί ναυτική υποθήκη μέχρι του ποσού των 494.000
ευρώ. Το Εφετείο συνεκτίμησε την ύπαρξη αυτής της εμπράγματης εξασφάλισης και
δεν δέχθηκε ότι αποδεικνυόταν επιδίωξη δυσανάλογου περιουσιακού οφέλους σε
βάρος της εγγυήτριας.
Ανανέωση της σύμβασης χωρίς τη
συναίνεση του εγγυητή: Η παλιά εγγύηση παύει να τον δεσμεύει;
Μια νέα ρύθμιση της οφειλής, μια
πρόσθετη πράξη ή ακόμη και μια σημαντική μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης
δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη ότι ο εγγυητής απαλλάσσεται επειδή δεν συμμετείχε στη
μεταγενέστερη συμφωνία. Το σημείο στο οποίο στρέφεται η νομολογία βρίσκεται ένα
βήμα πριν από τη συναίνεση του εγγυητή, καθώς πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί αν η
αρχική ενοχή εξακολούθησε να υπάρχει ή αν καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από
νέα.
Τον μηχανισμό αυτό ρυθμίζουν τα
άρθρα 436 και 439 ΑΚ. Κατά το άρθρο 436 ΑΚ, ανανέωση υπάρχει όταν μια ενοχή
αντικαθίσταται συμβατικά, με σκοπό την κατάργησή της, από νέα ενοχή.
Απαραίτητος είναι, επομένως, ο ανανεωτικός σκοπός, η βούληση δηλαδή των συμβαλλομένων
να μην τροποποιήσουν απλώς την υφιστάμενη σχέση, αλλά να την αποσβέσουν και να
δημιουργήσουν νέα στη θέση της.
Εφόσον αυτό συμβεί,
ενεργοποιείται το άρθρο 439 ΑΚ. Οι ασφάλειες της παλιάς ενοχής, μεταξύ των
οποίων η εγγύηση, το ενέχυρο και η υποθήκη, διατηρούνται υπέρ της νέας μόνο
εφόσον συναινέσει ο εγγυητής ή ο κύριος του πράγματος που έχει δοθεί ως
εμπράγματη ασφάλεια. Η συναίνεση πρέπει, ανάλογα με την ασφάλεια, να περιβληθεί
και τον απαιτούμενο τύπο.
Οι 264 δόσεις που δεν
δημιούργησαν νέα ενοχή
Πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η
μεταβολή μιας τραπεζικής οφειλής για να πάψει να θεωρείται απλή ρύθμιση και να
αποτελεί πλέον νέα ενοχή; Η ΤρΕφΑθ 3446/2025 δίνει ένα χαρακτηριστικό
παράδειγμα, ακριβώς επειδή οι αλλαγές ήταν εκτεταμένες.
Η αρχική σύμβαση αφορούσε
πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με όριο που είχε φθάσει τις 350.000
ευρώ. Μετά την καταγγελία της σύμβασης και το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών
εκδόθηκε διαταγή πληρωμής για 123.317,03 ευρώ κατά της πιστούχου και των
εγγυητών. Ακολούθησε, το 2017, νέα συμφωνία της τράπεζας μόνο με έναν από τους
οφειλέτες, χωρίς να συμβληθούν σε αυτή οι δύο εγγυήτριες. Η συμφωνία έφερε τον
τίτλο «Συμφωνία για τη διευκόλυνση αποπληρωμής της οφειλής» και προέβλεπε
ρύθμιση ποσού 107.596,51 ευρώ σε 264 μηνιαίες δόσεις, με διαφορετικό τρόπο
αποπληρωμής και υπό προϋποθέσεις παραίτηση της τράπεζας από μη
λογιστικοποιημένους τόκους 35.595,91 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε
θεωρήσει ότι επρόκειτο για νέα σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και είχε δεχθεί
την απαλλαγή των δύο εγγυητριών. Το Εφετείο, όμως, έκρινε διαφορετικά. Αφετηρία
του ήταν ο ανανεωτικός σκοπός. Όπως σημειώνει, «για το κύρος της σύμβασης
ανανέωσης ενοχής απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός ανανέωσης, σκοπός
δηλαδή των συμβαλλόμενων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής και
αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη νέα ενοχή.» Ο σκοπός αυτός «δεν εικάζεται,
αλλά ούτε και είναι ανάγκη να δηλώνεται ρητώς στη σύμβαση, αφού αρκεί να
συνάγεται και σιωπηρώς, όμως κατά τρόπο σαφή».
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η νέα
συμφωνία παρέπεμπε στην αιτία του ήδη υφιστάμενου χρέους, χαρακτήριζε τις
καταβολές ως καταβολές έναντι της οφειλής και ρύθμιζε τη στάση της τράπεζας όσο
ο οφειλέτης παρέμενε συνεπής. Περιείχε, μάλιστα, όρο σύμφωνα με τον οποίο δεν
επερχόταν ανανέωση, αντικατάσταση ή εξόφληση της οφειλής ούτε κατάρτιση νέας
σύμβασης.
Έτσι, παρά τις 264 δόσεις και την
ουσιαστική μεταβολή του τρόπου αποπληρωμής, το Εφετείο κατέληξε ότι «η αληθινή
βούληση των συμβληθέντων δεν ήταν η κατάργηση της προϋφιστάμενης ενοχής από την
παραπάνω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και η δημιουργία
νέας ενοχής, αλλά μόνο η επιβεβαίωση της προϋφιστάμενης αυτής ενοχής, με σκοπό
την περαιτέρω διασφάλισή της».
Η διάκριση που ακολουθεί έχει
ιδιαίτερη σημασία για την ευθύνη των εγγυητριών. Εφόσον δεν είχαν συμβληθεί
στη συμφωνία του 2017, δεν μπορούσε να επεκταθεί σε αυτήν η εγγυητική τους ευθύνη.
Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι είχε αποσβεστεί η εγγύηση που είχαν παράσχει για
την αρχική πίστωση. Αφού η αρχική ενοχή δεν είχε καταργηθεί, εξακολουθούσαν να
ευθύνονται βάσει αυτής.
Ούτε η αύξηση της πίστωσης
σημαίνει από μόνη της ανανέωση
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η ΤρΕφΑθ
3096/2024, προσθέτοντας όμως τη σημαντική δικονομική διάσταση ότι ο
εγγυητής που επικαλείται ανανέωση πρέπει να εκθέσει συγκεκριμένα τα περιστατικά
από τα οποία προκύπτει ο σκοπός κατάργησης της παλιάς ενοχής.
Στην υπόθεση αυτή, εγγυητής σε
δανειακή σύμβαση της κόρης του υποστήριξε ότι η αρχική δανειακή σχέση είχε
υποστεί ουσιώδη τροποποίηση με μεταγενέστερη πρόσθετη πράξη, την οποία ο ίδιος
δεν είχε υπογράψει, και ζήτησε να αναγνωριστεί η απαλλαγή του από την εγγύηση.
Το Εφετείο δεν έκρινε επί της
ουσίας ότι αποκλειόταν η ανανέωση. Απέρριψε τη σχετική βάση ως αόριστη, επειδή
δεν είχαν εκτεθεί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θα επέτρεπαν να
διαπιστωθεί ανανεωτικός σκοπός. Μάλιστα, στην ίδια την αγωγή γινόταν λόγος για
πράξη που αποτελούσε «τροποποίηση» της αρχικής σύμβασης, χωρίς να παρατίθενται
οι διαφορετικοί όροι των δύο συμβάσεων κατά τρόπο που να επιτρέπει τη σύγκρισή
τους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η
θέση του δικαστηρίου για την αύξηση του πιστωτικού ορίου. Όπως έκρινε, «μόνη η
αύξηση του ορίου της πίστωσης, για την οποία γίνεται λόγος στην αγωγή,
ανεξάρτητα από το αν ένας τέτοιος όρος είναι συμβατός με την επίδικη δανειακή
σύμβαση, δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο ικανό να οδηγήσει στο συμπέρασμα της
πρόθεσης των συμβαλλομένων για ανανέωση της αρχικής σύμβασης».
Όταν ο νέος εγγυητής παίρνει
τη θέση του παλιού
Την αντίστροφη περίπτωση εξετάζει
η ΜΕφΘρακ 355/2025. Εδώ το δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξε πράγματι
ανανέωση, όχι όμως της κύριας τραπεζικής οφειλής, αλλά της ίδιας της εγγυητικής
ενοχής, καθώς ένας εγγυητής αντικαταστάθηκε από άλλον.
Ο ανακόπτων είχε υπογράψει το
1998 ως εγγυητής σε σύμβαση πίστωσης, αναλαμβάνοντας ευθύνη ως αυτοφειλέτης και
εις ολόκληρον μέχρι του ποσού των 40 εκατ. δραχμών. Το 1999 ο πιστούχος ζήτησε
από την τράπεζα την απαλλαγή του και την αντικατάστασή του από άλλο πρόσωπο. Η
τράπεζα εξέτασε τα οικονομικά στοιχεία του προτεινόμενου νέου εγγυητή, έλαβε
την απαιτούμενη εσωτερική έγκριση και στις 13 Δεκεμβρίου 1999 καταρτίστηκε
πρόσθετη πράξη παροχής εγγύησης με τον νέο εγγυητή. Την ίδια ημέρα αυξήθηκε και
το πιστωτικό όριο, χωρίς να συμβληθεί στην πράξη αυτή ο παλαιός εγγυητής.
Χρόνια αργότερα, ο τελευταίος
βρέθηκε αντιμέτωπος με διαταγή πληρωμής και υποστήριξε ότι είχε ήδη απαλλαγεί
από την ευθύνη του. Το πρόβλημα ήταν ότι το ίδιο το έγγραφο της απαλλαγής του
δεν βρισκόταν πλέον στον φάκελο.
Το Εφετείο, ωστόσο, δεν έμεινε
στην απουσία του εγγράφου. Συνεκτίμησε τις καταθέσεις τραπεζικών υπαλλήλων για
την έγκριση της αντικατάστασης, την πρόσθετη πράξη με τον νέο εγγυητή και τη
συνολική μεταγενέστερη συμπεριφορά της τράπεζας. Από αυτά δέχθηκε ότι δεν είχε
προστεθεί απλώς ένας ακόμη εγγυητής, αλλά είχε συμφωνηθεί η αντικατάσταση του
προηγούμενου.
Όπως αναφέρει, «με την ως άνω
πρόσθετη πράξη εγγύησης συμφωνήθηκε σε αντικατάσταση της υφιστάμενης εγγύησης
του ανακόπτοντος, η ανάληψη νέας εγγύησης από τον … …, με την απόσβεση της
αρχικής, που συμπίπτει με ανανέωση (άθρο 436 ΑΚ)». Και, σε αντίθεση με τις
προηγούμενες υποθέσεις, εδώ διαπιστώθηκε ακριβώς το στοιχείο που απαιτεί η
διάταξη, καθώς «υπήρχε σκοπός των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της
υφιστάμενης εγγύησης με τη σύσταση νέας».
Η απόφαση έχει ενδιαφέρον και για
έναν ακόμη λόγο. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν δεσμευόταν από τον νομικό
χαρακτηρισμό που είχε δώσει ο ίδιος ο ανακόπτων στα περιστατικά. Εκείνος όφειλε
να επικαλεστεί τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία προέκυπτε η αντικατάστασή
του, όχι να προσδιορίσει ο ίδιος ορθά τη νομική τους υπαγωγή στο άρθρο 436 ΑΚ.
«Η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, δεν είναι στοιχείο της ανακοπής και
δεν δεσμεύει το Δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τον
ανακόπτοντα, διότι το Δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα τον νόμο», σημειώνει η
απόφαση.
Όταν υπάρχει νέα ενοχή, τι
απομένει από τις παλιές ασφάλειες;
Η ΑΠ 1345/2024 μεταφέρει
το ίδιο ζήτημα από την προσωπική εγγύηση στις εμπράγματες ασφάλειες
διευκρινίζοντας τι συμβαίνει αφού διαπιστωθεί ότι η ανανέωση πράγματι
συντελέστηκε.
Η υπόθεση αφορούσε παλαιές
δανειακές οφειλές, οι οποίες εντάχθηκαν το 2002 σε νέα ρύθμιση. Εδώ η συμβατική
διατύπωση δεν άφηνε ιδιαίτερο περιθώριο αμφιβολίας ως προς τον ανανεωτικό
σκοπό. Τα μέρη είχαν συμφωνήσει ότι το ρυθμιζόμενο ποσό «αποτελεί πλέον ένα νέο
δάνειο προς τον οφειλέτη».
Ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την
κρίση ότι είχε επέλθει ανανέωση και, συνεπώς, απόσβεση των παλαιών ενοχών, λόγω
της σαφούς βούλησης των συμβαλλομένων να δημιουργήσουν νέο δάνειο στη θέση των
προηγούμενων ανεξόφλητων οφειλών.
Το πρόβλημα μεταφέρθηκε τότε στις
υποθήκες που εξασφάλιζαν τις παλιές απαιτήσεις. Η ίδια συμφωνία προέβλεπε ότι
οι ήδη εγγεγραμμένες υποθήκες θα παρέμεναν έγκυρες και ισχυρές. Η συμβατική
αυτή πρόβλεψη, όμως, δεν κρίθηκε αρκετή.
Κατά το άρθρο 439 ΑΚ, οι
ασφάλειες της παλιάς ενοχής δεν ακολουθούν αυτομάτως τη νέα. Στην περίπτωση της
υποθήκης απαιτείται η τήρηση του τύπου που προβλέπεται για τη συγκεκριμένη
εμπράγματη ασφάλεια. Έτσι, κρίθηκε ότι «η συμφωνία ότι οι εγγεγραμμένες
υποθήκες παραμένουν έγκυρες για τη διασφάλιση τόσο των άληκτων όσο και των
ληξιπρόθεσμων δόσεων δεν συνεπάγεται ότι οι υπάρχουσες υποθήκες διατηρούνται,
εξασφαλίζοντας και τη νέα ενοχή», αφού δεν είχαν τηρηθεί οι απαιτούμενες
διατυπώσεις.
Από την ένσταση διζήσεως στην
προστασία του καταναλωτή
Η εγγύηση έχει από τη φύση της
παρεπόμενο χαρακτήρα, καθώς ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή την
ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή του πρωτοφειλέτη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει
ότι ο δανειστής μπορεί σε κάθε περίπτωση να παρακάμψει τον τελευταίο και να
απαιτήσει απευθείας την καταβολή από τον εγγυητή. Ο Αστικός Κώδικας παρέχει
στον εγγυητή την ένσταση διζήσεως, την οποία, ωστόσο, στις τραπεζικές συμβάσεις
συναντά κανείς συχνά μαζί με την παραίτηση από αυτήν.
Κατά το άρθρο 855 ΑΚ, ο
εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής έως ότου ο δανειστής
επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη.
Όταν ο εγγυητής έχει υπογράψει
ως αυτοφειλέτης
Η ΤριμΕφΠειρ 227/2025
αποτυπώνει με σαφήνεια την πρακτική συνέπεια της παραίτησης. Η υπόθεση αφορούσε
εγγυήτρια στεγαστικού δανείου, η οποία είχε παραιτηθεί από το ευεργέτημα της
διζήσεως και είχε αναλάβει ευθύνη ως αυτοφειλέτρια. Η ίδια αμφισβήτησε την
εγκυρότητα του σχετικού όρου, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν αρκούσε μια
γενική παραπομπή στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, αλλά έπρεπε να της έχει
εξηγηθεί η πραγματική σημασία της παραίτησης.
Το Εφετείο δεν δέχθηκε τη θέση
αυτή, κρίνοντας ότι ο όρος με τον οποίο ο εγγυητής παραιτείται από τη δίζηση
και ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης απηχεί τη ρύθμιση
του άρθρου 857 ΑΚ.
Όπως αναφέρει η απόφαση, «αν ο
εγγυητής παραιτήθηκε από την ένσταση διζήσεως δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί
την καταβολή της οφειλής ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση
εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άπρακτη». Και αμέσως μετά συμπυκνώνει
το αποτέλεσμα της παραίτησης σε μία φράση: «Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής
μπορεί να στραφεί κατά οποιουδήποτε (πρωτοφειλέτη ή εγγυητή)».
Αυτό δεν σημαίνει ότι η
συμπεριφορά του βρίσκεται εκτός κάθε δικαστικού ελέγχου. Η ίδια απόφαση
διευκρινίζει ότι η άσκηση της αξίωσης μόνο κατά του εγγυητή δεν είναι από μόνη
της καταχρηστική. Για να ενεργοποιηθεί το άρθρο 281 ΑΚ απαιτούνται πρόσθετες περιστάσεις
που να προσδίδουν στη συγκεκριμένη άσκηση του δικαιώματος καταχρηστικό
χαρακτήρα.
Μπορεί η παραίτηση από την
ένσταση διζήσεως να ακυρωθεί ως καταχρηστικός γενικος όρος;
Απέναντι στην παραίτηση από τη
δίζηση οι εγγυητές επιχειρούν συχνά μια διαφορετική γραμμή άμυνας,
επικαλούμενοι την προστασία του ν. 2251/1994 και υποστηρίζοντας ότι ο
προδιατυπωμένος όρος της τραπεζικής σύμβασης αποτελεί καταχρηστικό ΓΟΣ, αν και
πλείστες δικαστικές αποφάσεις είναι επιφυλακτικές ως προς αυτό.
Η ΜΕφΙωαν 132/2025
διατυπώνει χαρακτηριστικά ότι «η ύπαρξη όρου περιεχομένου σε σύμβαση
πιστώσεως δι’ ανοικτού λογαριασμού μεταξύ τράπεζας και εγγυητή, κατά τον οποίο
ο συμβαλλόμενος εγγυητής δηλώνει ότι παραιτείται από το ευεργέτημα (ένσταση της
διζήσεως) ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ως αυτοφειλέτης, απηχεί το
περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 857 ΑΚ και συνεπώς δεν νοείται διατάραξη
της ισορροπίας των συμβαλλόμενων ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου».
Στην ίδια απόφαση η συλλογιστική
γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη: «η εκ του νόμου πρόβλεψη (κατ’ άρθρο 857
αριθ. 1 ΑΚ) της δυνατότητας του εγγυητή να παραιτηθεί από την ένσταση της
διζήσεως αποκλείει το ενδεχόμενο ακυρότητας του σχετικού όρου βάσει του Ν
2251/1994».
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η ΤρΕφΙωαν
249/2025, η οποία δέχεται επίσης ότι ο σχετικός όρος απηχεί τη δυνατότητα
που παρέχει το ίδιο το άρθρο 857 ΑΚ.
Η παραίτηση ακολουθεί τον
εγγυητή και μετά τον θάνατό του;
Ένα ιδιαίτερο ζήτημα έφθασε
ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων στην 249/2025. Οι
ανακόπτοντες δεν ήταν οι αρχικοί εγγυητές, αλλά κληρονόμοι εγγυήτριας που είχε
αποβιώσει. Υποστήριξαν ότι η παραίτηση της κληρονομουμένης από την ένσταση
διζήσεως είχε προσωποπαγή χαρακτήρα και, επομένως, δεν μπορούσε να δεσμεύει
τους ίδιους.
Το δικαστήριο δεν δέχθηκε τον
ισχυρισμό.
Κατά την απόφαση, οι κληρονόμοι
του εγγυητή, εφόσον υπεισέρχονται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση
εγγύησης, «ευθύνονται κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας στην ίδια
έκταση που ευθύνονταν και ο καθολικός δικαιοπάροχός τους».
Με αυτή την αφετηρία, το Εφετείο
απέρριψε ως μη νόμιμη τη θέση ότι οι κληρονόμοι δεν δεσμεύονταν από την
παραίτηση της εγγυήτριας από τη δίζηση. Η εγγυητική υποχρέωση πέρασε σε αυτούς
με την έκταση που είχε κατά τον χρόνο της κληρονομικής διαδοχής, χωρίς να
αναβιώνει ένα ευεργέτημα από το οποίο η δικαιοπάροχός τους είχε ήδη παραιτηθεί.
Ο εγγυητής ως καταναλωτής:
Ποιος μπορεί να επικαλεστεί τον ν. 2251/1994
Το γεγονός ότι η παραίτηση από
την ένσταση διζήσεως δεν ακυρώνεται αυτομάτως ως καταχρηστικός ΓΟΣ δεν σημαίνει
ότι ο εγγυητής βρίσκεται εκτός του δικαίου προστασίας του καταναλωτή. Το
επόμενο ερώτημα είναι ποιος εγγυητής μπορεί να επικαλεστεί αυτή την προστασία
και τι ακριβώς του προσφέρει.
Η ΜΕφΑθ 3962/2025, σε
υπόθεση εγγυήτριας στεγαστικού δανείου, αναφέρεται στην έννοια του καταναλωτή
κατά τον ν. 2251/1994 και δέχεται ότι στην προστασία μπορεί να υπαχθεί και
εκείνος που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της δικής
του επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η απόφαση σημειώνει
χαρακτηριστικά ότι «ο δανειολήπτης και ο εγγυητής θεωρείται τελικός αποδέκτης
των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής».
Η διατύπωση αυτή δεν πρέπει,
πάντως, να απομονωθεί από τις προϋποθέσεις που τη συνοδεύουν. Δεν σημαίνει ότι
κάθε φυσικό πρόσωπο που εμφανίζεται σε μια τραπεζική σύμβαση ως εγγυητής αποκτά
αυτομάτως την ιδιότητα του καταναλωτή ανεξάρτητα από τον σκοπό της συναλλαγής
και τη σχέση του με αυτή.
Ειδικότερα για τις
επιχειρηματικές ή επαγγελματικές πιστώσεις, η ΜΕφΙωαν 132/2025 δέχεται
ότι η προστασία του ν. 2251/1994 παρέχεται καταρχήν και στους εγγυητές τέτοιων
πιστώσεων, εφόσον αντίστοιχη προστασία παρέχεται στον πρωτοφειλέτη.
Έτσι, πριν ελεγχθεί ένας
τραπεζικός όρος ως καταχρηστικός, προηγείται το αυτοτελές ερώτημα αν ο
συγκεκριμένος εγγυητής, στη συγκεκριμένη συναλλαγή, εμπίπτει πράγματι στο
προστατευτικό πεδίο της καταναλωτικής νομοθεσίας.
Καταναλωτής δεν σημαίνει ότι
κάθε δυσμενής όρος είναι άκυρος
Πάντως, ακόμη και όταν ο εγγυητής
υπάγεται στην καταναλωτική προστασία, το επόμενο βήμα δεν είναι η αυτόματη
ακύρωση των όρων που τον επιβαρύνουν.
Η ιδιότητα του καταναλωτή ανοίγει
τον δρόμο για τον έλεγχο των ΓΟΣ, αλλά προφανώς δεν προδικάζει το αποτέλεσμά
του.
Η ΜΕφΑθ 3962/2025
επισημαίνει ότι ο έλεγχος του άρθρου 2 ν. 2251/1994 αφορά το αν ο συγκεκριμένος
προδιατυπωμένος όρος προκαλεί σημαντική διατάραξη της ισορροπίας δικαιωμάτων
και υποχρεώσεων σε βάρος του καταναλωτή, με συνεκτίμηση της φύσης της
υπηρεσίας, του σκοπού της σύμβασης, των περιστάσεων κατά την κατάρτισή της και
του συνόλου των συμβατικών όρων.
Αντίστοιχη είναι η λογική της ΜΕφΑνατΚρητ
231/2025 ως προς τους όρους που αφορούν την απόδειξη της τραπεζικής
απαίτησης. Η συμφωνία ότι η οφειλή αποδεικνύεται με αποσπάσματα των εμπορικών
βιβλίων της τράπεζας δεν αντιμετωπίζεται από μόνη της ως απαγορευμένος όρος,
εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος διατηρεί τη δυνατότητα να αμφισβητήσει συγκεκριμένα
κονδύλια. Διαφορετικά αξιολογείται ένας πρόσθετος όρος που θα απέκλειε αυτή τη
δυνατότητα αμφισβήτησης.
Η υπογραφή δεσμεύει, αλλά δεν
αποκλείει κάθε άλλη άμυνα
Η παραίτηση από τη δίζηση δεν
σημαίνει ότι ο εγγυητής στερείται κάθε μέσου άμυνας απέναντι στον δανειστή.
Η ΤριμΕφΠειρ 227/2025
διαχωρίζει την ένσταση διζήσεως από την ελευθέρωση του εγγυητή κατά το άρθρο
862 ΑΚ, αφού πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα. Στην πρώτη περίπτωση
εξετάζεται αν ο εγγυητής μπορεί να απαιτήσει να προηγηθεί αναγκαστική εκτέλεση
κατά του πρωτοφειλέτη, ενώ στη δεύτερη εξετάζεται αν από πταίσμα του δανειστή
κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.
Έτσι, η απώλεια της δίζησης δεν
ισοδυναμεί με παραίτηση από κάθε έλεγχο της συμπεριφοράς του δανειστή.
Αντίστοιχα, η ίδια απόφαση εξετάζει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης της τράπεζας
απέναντι στον εγγυητή, με αναφορά στην ΠΔ/ΤΕ 2501/31.10.2002, τόσο κατά τη σύναψη
της σύμβασης όσο και όταν ο πρωτοφειλέτης περιέλθει σε υπερημερία.
Όταν η «τυπική υπογραφή»
οδηγεί μέχρι την ακυρότητα της εγγύησης
Υπάρχει, τέλος, και το απώτατο
όριο στις περιπτώσεις στις οποίες ο δικαστικός έλεγχος δεν αφορά έναν επιμέρους
όρο της εγγύησης, αλλά φθάνει μέχρι το κύρος της ίδιας της δικαιοπραξίας.
Χαρακτηριστική είναι η ΠΠρΑθ
2554/2022. Η υπόθεση αφορούσε προσωπικό καταναλωτικό δάνειο 8.000 ευρώ.
Η ενάγουσα, ηλικίας τότε 32 ετών, υπέγραψε ως δεύτερη εγγυήτρια, παραιτούμενη
μεταξύ άλλων από την ένσταση διζήσεως και αναλαμβάνοντας ευθύνη ως
πρωτοφειλέτρια. Δεν είχε προηγούμενη εμπειρία τραπεζικών συναλλαγών, δεν είχε
λάβει η ίδια οικονομικό όφελος από το δάνειο και, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το
δικαστήριο, οδηγήθηκε στην παροχή της εγγύησης για λόγους οικογενειακής και
κοινωνικής αλληλεγγύης.
Το στοιχείο που προσέδωσε
ιδιαίτερο βάρος στην υπόθεση ήταν ο τρόπος με τον οποίο, κατά τις παραδοχές της
απόφασης, της παρουσιάστηκε η εγγύηση.
Το δικαστήριο δέχθηκε ότι «η
ενάγουσα ωθήθηκε στην υπογραφή της σύμβασης εγγύησης με την ιδιότητα τής
εγγυήτριας, παρασυρθείσα από τις διαβεβαιώσεις των προστηθέντων υπαλλήλων της
εναγομένης ότι πρόκειται μόνο για μία απλή και τυπική υπογραφή στο κείμενο της
δανειακής σύμβασης».
Η απόφαση δίνει ιδιαίτερη έμφαση
στην υποχρέωση της τράπεζας να μην υποβαθμίζει απέναντι στον υποψήφιο εγγυητή
τον κίνδυνο που αναλαμβάνει. Ειδικότερα, αναφέρεται στην υποχρέωσή της «να
μην υποβαθμίζει εν γνώσει της τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο εγγυητής,
παρουσιάζοντας πλασματικά την ανάληψη της εγγύησης εκ μέρους του ως “απλώς
τυπικό στοιχείο”».
Δεν ήταν, όμως, η απειρία της
εγγυήτριας από μόνη της που οδήγησε στην ακυρότητα. Το δικαστήριο συνεκτίμησε
το σύνολο των περιστάσεων, όπως τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητές της,
την απουσία προσωπικού οικονομικού οφέλους, το γεγονός ότι υπήρχε ήδη άλλη
εγγυήτρια, τα εισοδήματα και την περιουσιακή κατάσταση που είχαν δηλωθεί από
τον πρωτοφειλέτη και την πρώτη εγγυήτρια, καθώς και την ύπαρξη πρόσθετης
ασφαλιστικής κάλυψης της απαίτησης.
Με βάση αυτά, έκρινε ότι
συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Κατά την απόφαση, το
πιστωτικό ίδρυμα «εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα και την απειρία της ενάγουσας
στις τραπεζικές συναλλαγές για να την επηρεάσει και να της επιβάλει – έστω και
με έμμεσο τρόπο – την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης» και η συγκεκριμένη
δικαιοπραξία κρίθηκε «αισχροκερδής, καταπλεονεκτική και αντικείμενη στα χρηστά
ήθη σε βάρος της εγγυήτριας- ενάγουσας».
Έτσι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις
ο έλεγχος μπορεί να προχωρήσει ακόμη περισσότερο από την καταχρηστικότητα ενός
όρου. Όταν δεν αμφισβητείται απλώς ένας δυσμενής συμβατικός όρος, αλλά
αποδεικνύονται οι ειδικές προϋποθέσεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ ως προς τον
ίδιο τον τρόπο και τις συνθήκες ανάληψης της εγγύησης, το ζήτημα παύει να είναι
αν ο εγγυητής διατηρεί τη δίζηση ή αν ένας ΓΟΣ είναι καταχρηστικός και
μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ίδια η εγγυητική δέσμευση.